ιδανικευμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιδανικευμένος ιδανικευμένη ιδανικευμένο
γενική ιδανικευμένου ιδανικευμένης ιδανικευμένου
αιτιατική ιδανικευμένο ιδανικευμένη ιδανικευμένο
κλητική ιδανικευμένε ιδανικευμένη ιδανικευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδανικευμένοι ιδανικευμένες ιδανικευμένα
γενική ιδανικευμένων ιδανικευμένων ιδανικευμένων
αιτιατική ιδανικευμένους ιδανικευμένες ιδανικευμένα
κλητική ιδανικευμένοι ιδανικευμένες ιδανικευμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ιδανικευμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ιδανικεύω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]