ιδεασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιδεασμένος ιδεασμένη ιδεασμένο
γενική ιδεασμένου ιδεασμένης ιδεασμένου
αιτιατική ιδεασμένο ιδεασμένη ιδεασμένο
κλητική ιδεασμένε ιδεασμένη ιδεασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδεασμένοι ιδεασμένες ιδεασμένα
γενική ιδεασμένων ιδεασμένων ιδεασμένων
αιτιατική ιδεασμένους ιδεασμένες ιδεασμένα
κλητική ιδεασμένοι ιδεασμένες ιδεασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδεασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ιδεάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ðɛ.a.ˈzmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ιδεασμένος, -η, -ο

  • που έχει κάποια ιδέα, κάποια γνώση ή υποψία για κάτι που θα συμβεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]