ιονισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ιονισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ιονίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]ιονισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ιονίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ιονισμένος
|
|