ισόβαθμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ισόβαθμος ισόβαθμη ισόβαθμο
γενική ισόβαθμου ισόβαθμης ισόβαθμου
αιτιατική ισόβαθμο ισόβαθμη ισόβαθμο
κλητική ισόβαθμε ισόβαθμη ισόβαθμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ισόβαθμοι ισόβαθμες ισόβαθμα
γενική ισόβαθμων ισόβαθμων ισόβαθμων
αιτιατική ισόβαθμους ισόβαθμες ισόβαθμα
κλητική ισόβαθμοι ισόβαθμες ισόβαθμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισόβαθμος < ίσος + -ο- + βαθμός + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική du même grade

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ˈsɔ.vaθ.mɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ισόβαθμος, -η, -ο

  • που έχει τον ίδιο βαθμό με κάποιον άλλο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]