κήρυγμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κήρυγμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κήρυγμα (αρχαία σημασία: δημόσια αγγελία)
- για την επιρροή απόψεων < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική appel [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈci.ɾiɣ.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κή‐ρυγ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κήρυγμα ουδέτερο
- ομιλία που εκφωνείται από ιερέα ή ιεροκήρυκα στην εκκλησία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας
- ηθικοδιδακτικός λόγος που περιέχει παραινέσεις, συμβουλές
- ※ Κατὰ τὴν περίοδο ποὺ προηγεῖται τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ἡ Ἐκκλησία, μὲ διδαχὴ κατάλληλη, προετοιμάζει τούς κατηχούμενους γιὰ νὰ γίνουν μέλη της. Ἡ διδαχὴ αὐτὴ ὀνομάζεται Κατήχηση κι αὐτὸς ποὺ τὴν κάνει Κατηχητής. Στούς ἀποστολικοὺς χρόνους ἡ Κατήχηση ἦταν πολὺ σύντομη: συνήθως μία ὁμιλία μόνο (π.χ. τὸ κήρυγμα τοῦ ̓Ἀποστόλου Πέτρου τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ διδαχὴ τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου... (Γρηγόριος (ιερομόναχος), Άγιος Ιωάννης Χρυστόστομος, Η θεία λειτουργία, εκδ. Δόμος, 1987, σελ. 207)
- απόψεις που επιδιώκουν να επηρεάσουν το ευρύ κοινό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κήρυγμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)