καρυκευμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καρυκευμένος καρυκευμένη καρυκευμένο
γενική καρυκευμένου καρυκευμένης καρυκευμένου
αιτιατική καρυκευμένο καρυκευμένη καρυκευμένο
κλητική καρυκευμένε καρυκευμένη καρυκευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καρυκευμένοι καρυκευμένες καρυκευμένα
γενική καρυκευμένων καρυκευμένων καρυκευμένων
αιτιατική καρυκευμένους καρυκευμένες καρυκευμένα
κλητική καρυκευμένοι καρυκευμένες καρυκευμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρυκευμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καρυκεύω < ελληνιστική κοινή καρυκεύω < καρύκη

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καρυκευμένος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]