καταδιωγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καταδιωγμένος καταδιωγμένη καταδιωγμένο
γενική καταδιωγμένου καταδιωγμένης καταδιωγμένου
αιτιατική καταδιωγμένο καταδιωγμένη καταδιωγμένο
κλητική καταδιωγμένε καταδιωγμένη καταδιωγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταδιωγμένοι καταδιωγμένες καταδιωγμένα
γενική καταδιωγμένων καταδιωγμένων καταδιωγμένων
αιτιατική καταδιωγμένους καταδιωγμένες καταδιωγμένα
κλητική καταδιωγμένοι καταδιωγμένες καταδιωγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταδιωγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταδιώκω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καταδιωγμένος, -η, -ο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]