καταχωνιασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταχωνιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου καταχωνιάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]καταχωνιασμένος, -η, -ο
- που έχει καταχωνιαστεί
- ※ Αναζήτησε μια μικρή κρυστάλλινη καράφα με μπλε περιεχόμενο καταχωνιασμένη πίσω από τα σπέσιαλ ουίσκι και πρόσθεσε στο σέικερ διπλή δόση. (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)