Μετάβαση στο περιεχόμενο

κλῶμαξ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κλώμαξ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κλωμᾰκ-
ονομαστική κλῶμαξ οἱ κλώμακες
      γενική τοῦ κλώμακος τῶν κλωμάκων
      δοτική τῷ κλώμακ τοῖς κλώμαξ(ν)
    αιτιατική τὸν κλώμακ τοὺς κλώμακᾰς
     κλητική ! κλῶμαξ κλώμακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κλώμακε
γεν-δοτ τοῖν  κλωμάκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κλῶμαξ < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κλῶμαξ, κλώμᾰκος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]