κολοκυθιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κολοκυθιά κολοκυθιές
γενική κολοκυθιάς κολοκυθιών
αιτιατική κολοκυθιά κολοκυθιές
κλητική κολοκυθιά κολοκυθιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολοκυθιά < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολοκυθιά θηλυκό

  1. κοινή ονομασία για τα φυτά που παράγουν κολοκύθια ή κολοκύθες, το γένος Κολοκύνθη (Cucurbita)
  2. ομαδικό παιδικό παιχνίδι στο οποίο αμφισβητείται το πόσα κολοκύθια κάνει η κολοκυθιά του καθενός

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • την κολοκυθιά θα παίξουμε τώρα;: δηλωτικό του συνομιλητή ότι η συζήτηση
    1. περιστρέφεται γύρω από άχρηστο και χωρίς νόημα παζάρεμα
      "μού έδωσες πέντε, όχι σου έδωσα τέσσερα, όχι ήταν παραπάνω", την κολοκυθιά θα παίξουμε τώρα;
    2. περιστρέφεται γύρω από το ίδιο θέμα και δεν καταλήγει πουθενά συνήθως λόγω των αντιρρήσεων του συνομιλητή σε λεπτομέρειες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]