κομιτάτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κομιτάτον

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομιτάτο κομιτάτα
γενική κομιτάτου κομιτάτων
αιτιατική κομιτάτο κομιτάτα
κλητική κομιτάτο κομιτάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομιτάτο < ιταλική comitato < γαλλική comité < λατινική committo < mitto < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *meyth₂- / *mith₂- (αλλάζω, μετακινώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ko.mi.'ta.to/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομιτάτο ουδέτερο

  • (ιστορία) μυστική οργάνωση (στα Βαλκάνια, τέλη 19ου αιώνα - αρχές 20ού) με μέλη της πολίτες και στρατιώτες, που είχαν απλευθερωτικούς ή άλλους σκοπούς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]