κορασίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κορασίδα οι κορασίδες
      γενική της κορασίδας των κορασίδων
    αιτιατική την κορασίδα τις κορασίδες
     κλητική κορασίδα κορασίδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορασίδα < μεσαιωνική ελληνική κορασίς + -ίδα < ελληνιστική κοινή κοράσιον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική κόρη[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορασίδα θηλυκό

  1. (σπάνιο) το κορίτσι
  2. (αθλητισμός) αθλήτρια προεφηβικής ηλικίας
    1. κατηγορία αθλητριών προεφηβικής ηλικίας
      πρωτάθλημα παίδων και κορασίδων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]