κουφαμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κουφαμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κουφαίνω
Μετοχή
[επεξεργασία]κουφαμένος, -η, -ο
- που έχει κουφαθεί
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κουφαμένος
|
|