κωλωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κωλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κωλώνω
Μετοχή
[επεξεργασία]κωλωμένος, -η, -ο
- που έχει κωλώσει, που είναι προσηλωμένος σε κάτι
- παραμένει κωλωμένος στην οθόνη όλη τη μέρα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κωλωμένος
|
|