λαδωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λαδωμένος λαδωμένη λαδωμένο
γενική λαδωμένου λαδωμένης λαδωμένου
αιτιατική λαδωμένο λαδωμένη λαδωμένο
κλητική λαδωμένε λαδωμένη λαδωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λαδωμένοι λαδωμένες λαδωμένα
γενική λαδωμένων λαδωμένων λαδωμένων
αιτιατική λαδωμένους λαδωμένες λαδωμένα
κλητική λαδωμένοι λαδωμένες λαδωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαδωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λαδώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

λαδωμένος, -η, -ο

  1. που έχει λαδωθεί
  2. που έχει δεχτεί κάποιο χρηματικό ποσό για να πράξει κάτι ανήθικο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]