Μετάβαση στο περιεχόμενο

λαξεμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λαξεμένος η λαξεμένη το λαξεμένο
      γενική του λαξεμένου της λαξεμένης του λαξεμένου
    αιτιατική τον λαξεμένο τη λαξεμένη το λαξεμένο
     κλητική λαξεμένε λαξεμένη λαξεμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λαξεμένοι οι λαξεμένες τα λαξεμένα
      γενική των λαξεμένων των λαξεμένων των λαξεμένων
    αιτιατική τους λαξεμένους τις λαξεμένες τα λαξεμένα
     κλητική λαξεμένοι λαξεμένες λαξεμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαξεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου λαξεύω

Μετοχή

[επεξεργασία]

λαξεμένος, -η, -ο και λαξευμένος

 δείτε τη λέξη λαξευμένος
  •   ...στο πάτωμα τα νυφικά της παπούτσια, μεταξωτά, με τακούνι λαξεμένα προς τα μέσα. Έχουν φτιαχτεί στα μέτρα της, με σχέδιο ξεσηκωμένο από γαλλικό φιγουρίνι μόδας, από το υποδηματοποιείο «Η Πρόοδος» του Ζωιόπουλου, ο οποίος είναι και προμηθευτής της βασιλικής Αυλής. (Φιλομήλα Λαπατά, Η ξυπόλυτη των Αθηνών, εκδ. Καστανιώτη, 2010)