λαξεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαξεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου λαξεύω
Μετοχή
[επεξεργασία]λαξεμένος, -η, -ο και λαξευμένος
- → δείτε τη λέξη λαξευμένος
- ※ ...στο πάτωμα τα νυφικά της παπούτσια, μεταξωτά, με τακούνι λαξεμένα προς τα μέσα. Έχουν φτιαχτεί στα μέτρα της, με σχέδιο ξεσηκωμένο από γαλλικό φιγουρίνι μόδας, από το υποδηματοποιείο «Η Πρόοδος» του Ζωιόπουλου, ο οποίος είναι και προμηθευτής της βασιλικής Αυλής. (Φιλομήλα Λαπατά, Η ξυπόλυτη των Αθηνών, εκδ. Καστανιώτη, 2010)