λεξικολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λεξικολογία οι λεξικολογίες
      γενική της λεξικολογίας των λεξικολογιών
    αιτιατική τη λεξικολογία τις λεξικολογίες
     κλητική λεξικολογία λεξικολογίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεξικολογία < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική lexicologie ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική lexicology[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɛ.ksi.kɔ.lɔ.ˈʝi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεξικολογία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Ξυδόπουλος, Ι. Γιώργος (2009), ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑ. Εισαγωγή στην ανάλυση της λέξης και του λεξικού. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη. Πέμπτη Εκτύπωση Μάρτιος 2015 (υποσημείωση στη σελίδα 19)