λεξικολογικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λεξικολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική lexicologique < lexicologie (λεξικολογία < ελληνιστική κοινή λεξικός + αρχαία ελληνική λέγω, λογ-) + -ique (-ικός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /le.ksi.ko.lo.ʝiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λε‐ξι‐κο‐λο‐γι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]λεξικολογικός, -ή, -ό (χωρίς παραθετικά)
- που έχει σχέση με την λεξικολογία ή τον λεξικολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις λεξικολόγος και λέγω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λεξικολογικός
Πηγές
[επεξεργασία]- λεξικολογικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- λεξικολογικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα χωρίς παραθετικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)