λιγούρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιγούρης λιγούρηδες
γενική λιγούρη λιγούρηδων
αιτιατική λιγούρη λιγούρηδες
κλητική λιγούρη λιγούρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιγούρης < λιγούρα + -ης < λιγώνω < ελληνιστική κοινή ὀλιγόω / ὀλιγῶ < αρχαία ελληνική ὀλίγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιγούρης αρσενικό

  1. αυτός που ορέγεται κάτι (φαγητό) έντονα
  2. (μειωτικά) ο πεινάλας
  3. (μεταφορικά) ο πάμφτωχος ή αυτός που αποζητά να εκμεταλλευτεί κάθε υποψία ευκαιρίας για οικονομικό όφελος ή κέρδος (από τρίτους ή καταστάσεις), ενίοτε με μηδαμινό ή δίχως κανένα αντάλλαγμα
    μαζεύεται ο κάθε λιγούρης να δει τι θα προλάβει ν' αρπάξει απ' το ξεπούλημα
  4. (μεταφορικά) (μειωτικά) ο στερημένος οικονομικά ή σεξουαλικά
    κοίτα τον λιγούρη πώς κοιτάει τις κοπελίτσες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]