λιθανθρακοφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιθανθρακοφόρος < λιθάνθρακας + -φόρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λιθανθρακοφόρος

  1. (για περιοχή, υπέδαφος κλπ.) που έχει λιθάνθρακα τουλάχιστον σε κάποιες ικανοποιητικές ποσότητες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]