μέρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέρισμα τα μερίσματα
      γενική του μερίσματος των μερισμάτων
    αιτιατική το μέρισμα τα μερίσματα
     κλητική μέρισμα μερίσματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέρισμα < μερίζω < μερίδα < μέρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέρισμα ουδέτερο

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνικής Τράπεζας ενέκρινε τον ισολογισμό του 2006 που προβλέπει διανομή μερίσματος 1€ ανά μετοχή.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]