μακρόθυμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακρόθυμος < αρχαία ελληνική μακρόθυμος (υπομονετικός) < μακρός + θυμός

Επίθετο[επεξεργασία]

μακρόθυμος, -η, -ο

  1. που δείχνει υπομονή και ανεκτικότητα απέναντι σε σφάλματα και ελαττώματα των άλλων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]