μαντατεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαντατεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μαντατεύω
Μετοχή
[επεξεργασία]μαντατεμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη μαντατεύω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαντατεμένος
|
|