μαστουρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαστουρωμένος μαστουρωμένη μαστουρωμένο
γενική μαστουρωμένου μαστουρωμένης μαστουρωμένου
αιτιατική μαστουρωμένο μαστουρωμένη μαστουρωμένο
κλητική μαστουρωμένε μαστουρωμένη μαστουρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαστουρωμένοι μαστουρωμένες μαστουρωμένα
γενική μαστουρωμένων μαστουρωμένων μαστουρωμένων
αιτιατική μαστουρωμένους μαστουρωμένες μαστουρωμένα
κλητική μαστουρωμένοι μαστουρωμένες μαστουρωμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μαστουρωμένος, -η, -ο




Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]