μετανιώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετανιώνω < μεσαιωνική ελληνική μετανιώνω < μεταγνώνω / μεταγνώθω < αρχαία ελληνική μεταγιγνώσκω / μεταγινώσκω < γιγνώσκω / γινώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵiǵneh₃- < *ǵneh₃- (γιγνώσκω, γνωρίζω) [1]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μετανιώνω

  1. συνειδητοποιώ με συντριβή τα λάθη μου και τις υπαρκτές ή πιθανές επιπτώσεις τους, μετανοώ
    Θα σε κάνω να μετανιώσεις για αυτά που είπες.
  2. αλλάζω γνώμη
    Πήγε να ανάψει ένα τσιγάρο αλλά το μετάνιωσε αμέσως.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Υπάρχει και η άποψη: < μετάνοια + -ώνω