μνημειώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μνημειώδης μνημειώδης μνημειώδες
γενική μνημειώδους μνημειώδους μνημειώδους
αιτιατική μνημειώδη μνημειώδη μνημειώδες
κλητική μνημειώδη(ς) μνημειώδης μνημειώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μνημειώδεις μνημειώδεις μνημειώδη
γενική μνημειωδών μνημειωδών μνημειωδών
αιτιατική μνημειώδεις μνημειώδεις μνημειώδη
κλητική μνημειώδεις μνημειώδεις μνημειώδη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μνημειώδης < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική monumental
Η λέξη μαρτυρείται από το 1889

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mni.mi.ˈɔ.ðis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /mni.mi.ˈɔ.ðɛs/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

μνημειώδης, -ης, -ες

  1. που έχει τις επιβλητικές διαστάσεις ενός μνημείου
     συνώνυμα: κολοσσιαίος, μεγαλειώδης
  2. που ξεχωρίζει, που προκαλεί εντύπωση
     συνώνυμα: επικός, κολοσσιαίος
  3. που θεωρείται εξαιρετικός στο είδος του, που ξεπερνά το μέσο όρο
  4. που αξίζει να μνημονευτεί, που έχει μεγάλη ιστορική αξία
  5. μνημειακός· που μνημονεύει κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]