μπουρλότο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουρλότο τα μπουρλότα
      γενική του μπουρλότου των μπουρλότων
    αιτιατική το μπουρλότο τα μπουρλότα
     κλητική μπουρλότο μπουρλότα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουρλότο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουρλότο ουδέτερο

  1. μικρό πλοίο γεμάτο εκρηκτικά ή άλλες αναφλέξιμες ουσίες που χρησίμευε στην ανάφλεξη εχθρικών πλοίων
  2. τεχνικό παιχνίδι τράπουλας
     συνώνυμα: μπουρλότ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]