νεοφλοιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρσενικό

  • (ιατρική) τα ανώτερα τμήματα του εγκεφάλου, ο εγκέφαλος πλην της παρεγκεφαλίδας, του έσω μεταιχμιακού συστήματος και του εγκεφαλικού στελέχους, ο εξελικτικά νεότερος εγκέφαλος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]