νευροφυτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική νευροφυτικός νευροφυτική νευροφυτικό
γενική νευροφυτικού νευροφυτικής νευροφυτικού
αιτιατική νευροφυτικό νευροφυτική νευροφυτικό
κλητική νευροφυτικέ νευροφυτική νευροφυτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νευροφυτικοί νευροφυτικές νευροφυτικά
γενική νευροφυτικών νευροφυτικών νευροφυτικών
αιτιατική νευροφυτικούς νευροφυτικές νευροφυτικά
κλητική νευροφυτικοί νευροφυτικές νευροφυτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νευροφυτικός < νεύρον+φυτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νευροφυτικός, -ης, -ες

  1. σχετικός με το συμπαθητικό νευρικό σύστημα (που προετοιμάζει το σώμα για την έντονη πίεση ή τη φυσική δραστηριότητα)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]