νεωλκημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νεωλκημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου νεωλκώ
Μετοχή
[επεξεργασία]νεωλκημένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη νεωλκώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νεωλκημένος
|
|