ξαναρωτημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξαναρωτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξαναρωτώ
Μετοχή
[επεξεργασία]ξαναρωτημένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ξαναρωτώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξαναρωτημένος
|
|