ξενέρωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξενέρωτος ξενέρωτη ξενέρωτο
γενική ξενέρωτου ξενέρωτης ξενέρωτου
αιτιατική ξενέρωτο ξενέρωτη ξενέρωτο
κλητική ξενέρωτε ξενέρωτη ξενέρωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξενέρωτοι ξενέρωτες ξενέρωτα
γενική ξενέρωτων ξενέρωτων ξενέρωτων
αιτιατική ξενέρωτους ξενέρωτες ξενέρωτα
κλητική ξενέρωτοι ξενέρωτες ξενέρωτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξενέρωτος < ξενερώ(νω) + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

ξενέρωτος, -η, -ο

  1. (οικείο) ανιαρός, που προκαλεί πλήξη, χωρίς παιγνιώδη διάθεση
    εγώ σε αυτό το μπαρ δεν ξαναπατάω, είναι εντελώς ξενέρωτο, για συνταξιούχους
  2. αυτός που έχει ξεμεθύσει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]