ξεφορτωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξεφορτωμένος ξεφορτωμένη ξεφορτωμένο
γενική ξεφορτωμένου ξεφορτωμένης ξεφορτωμένου
αιτιατική ξεφορτωμένο ξεφορτωμένη ξεφορτωμένο
κλητική ξεφορτωμένε ξεφορτωμένη ξεφορτωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεφορτωμένοι ξεφορτωμένες ξεφορτωμένα
γενική ξεφορτωμένων ξεφορτωμένων ξεφορτωμένων
αιτιατική ξεφορτωμένους ξεφορτωμένες ξεφορτωμένα
κλητική ξεφορτωμένοι ξεφορτωμένες ξεφορτωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεφορτωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεφορτώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ξεφορτωμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: ξεφορτώνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]