οργανωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οργανωτικός οργανωτική οργανωτικό
γενική οργανωτικού οργανωτικής οργανωτικού
αιτιατική οργανωτικό οργανωτική οργανωτικό
κλητική οργανωτικέ οργανωτική οργανωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οργανωτικοί οργανωτικές οργανωτικά
γενική οργανωτικών οργανωτικών οργανωτικών
αιτιατική οργανωτικούς οργανωτικές οργανωτικά
κλητική οργανωτικοί οργανωτικές οργανωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οργανωτικός < οργανώνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οργανωτικός, -ή, -ό

  1. που έχει ως έργο του να οργανώσει κάτι
    η οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου
  2. που έχει την ικανότητα να οργανώνει
    οργανωτικός άνθρωπος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μεθοδικός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]