ουλαμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: οὐλαμός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ουλαμός οι ουλαμοί
      γενική του ουλαμού των ουλαμών
    αιτιατική τον ουλαμό τους ουλαμούς
     κλητική ουλαμέ ουλαμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουλαμός < αρχαία ελληνική οὐλαμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ουλαμός αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) υπομονάδα του στρατού ξηράς, μικρότερη της ίλης ή της πυροβολαρχίας, που αριθμεί περίπου 30 άνδρες, ισοδύναμο προς τη διμοιρία πεζικού.
  2. το σχετικό στρατιωτικό τμήμα που παρελαύνει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]