πέψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέψη πέψεις
γενική πέψης
& πέψεως
πέψεων
αιτιατική πέψη πέψεις
κλητική πέψη πέψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέψη < αρχαία ελληνική πέψις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέψη θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. η διαδικασία με την οποία μετουσιώνονται οι τροφές σε χρήσιμες ουσίες εντός του στομάχου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]