παραγκωνισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παραγκωνισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παραγκωνίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]παραγκωνισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη παραγκωνίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παραγκωνισμένος
|
|