παραδαρμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παραδαρμός οι παραδαρμοί
      γενική του παραδαρμού των παραδαρμών
    αιτιατική τον παραδαρμό τους παραδαρμούς
     κλητική παραδαρμέ παραδαρμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραδαρμός < μεσαιωνική ελληνική παραδαρμός / παράδαρμα < παραδέρνω < παρά + δέρνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /paɾaðaɾˈmɔs/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρα‐δαρ‐μός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραδαρμός αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]