παστρικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παστρικός η παστρική το παστρικό
      γενική του παστρικού της παστρικής του παστρικού
    αιτιατική τον παστρικό την παστρική το παστρικό
     κλητική παστρικέ παστρική παστρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παστρικοί οι παστρικές τα παστρικά
      γενική των παστρικών των παστρικών των παστρικών
    αιτιατική τους παστρικούς τις παστρικές τα παστρικά
     κλητική παστρικοί παστρικές παστρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παστρικός < μεσαιωνική ελληνική παστρικός < πάστρα + -ικός < σπάστρα < σπαστρεύω < *σπαρτεύω < σπάρτον < αρχαία ελληνική σπάρτον < σπαρτός < σπείρω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)pregh- (σπέρνω, τινάζω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.stɾiˈkos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /pa.stɾiˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /pa.stɾiˈko/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

παστρικός, -ή, -ό

  1. καθαρός
  2. τίμιος
  3. (ειρωνικό) ο αμφιβόλου ηθικής

Μεταφράσεις[επεξεργασία]