πεντηκοστός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πεντηκοστός πεντηκοστή πεντηκοστό
γενική πεντηκοστού πεντηκοστής πεντηκοστού
αιτιατική πεντηκοστό πεντηκοστή πεντηκοστό
κλητική πεντηκοστέ πεντηκοστή πεντηκοστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πεντηκοστοί πεντηκοστές πεντηκοστά
γενική πεντηκοστών πεντηκοστών πεντηκοστών
αιτιατική πεντηκοστούς πεντηκοστές πεντηκοστά
κλητική πεντηκοστοί πεντηκοστές πεντηκοστά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεντηκοστός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

πεντηκοστός, -ή, -ό

  1. που κατέχει τη θέση με τον αριθμό πενήντα σε μια σειρά
  2. ο ένας από τους πενήντα ίσους όρους ενός συνόλου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]