περίσσευμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περίσσευμα περισσεύματα
γενική περισσεύματος περισσευμάτων
αιτιατική περίσσευμα περισσεύματα
κλητική περίσσευμα περισσεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίσσευμα < ελληνιστική κοινή περίσσευμα < αρχαία ελληνική περισσεύω < περισσός / περιττός < περί < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pε.ˈɾi.sεv.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίσσευμα ουδέτερο

  1. αυτό που περισσεύει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αφθονία, περίσσεια, πλεόνασμα
  2. (ειδικότερα) η επιπλέον μερίδα φαγητού που δίνεται σε κάποιον

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]