περιεργία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : περιέργεια

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική περιεργία περιεργία περιεργίαι
Γενική περιεργίας περιεργίαιν περιεργιῶν
Δοτική περιεργί περιεργίαιν περιεργίαις
Αιτιατική περιεργίαν περιεργία περιεργίας
Κλητική περιεργία περιεργία περιεργίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιεργία < περί + ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιεργία θηλυκό

  1. ματαιότητα
  2. υπερβολική ακρίβεια σε κάποια εκτέλεση ή κατασκευή
  3. άχρηστη γνώση, ανώφελη
  4. φιλοπραγμοσύνη, ασχολία με αλλότριες υποθέσεις
  5. ταχυδακτυλουργία, θαυματοποιία