περιστασιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιστασιακός περιστασιακή περιστασιακό
γενική περιστασιακού περιστασιακής περιστασιακού
αιτιατική περιστασιακό περιστασιακή περιστασιακό
κλητική περιστασιακέ περιστασιακή περιστασιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιστασιακοί περιστασιακές περιστασιακά
γενική περιστασιακών περιστασιακών περιστασιακών
αιτιατική περιστασιακούς περιστασιακές περιστασιακά
κλητική περιστασιακοί περιστασιακές περιστασιακά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιστασιακός < → δείτε τις λέξεις περίσταση και -ιακός ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά circonstanciel)

Επίθετο[επεξεργασία]

περιστασιακός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση ή αφορά μια συγκεκριμένη περίσταση
     συνώνυμα: ευκαιριακός, συγκυριακός
  2. που συμβαίνει εξαιτίας ορισμένων συγκυριών ή περιστάσεων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]