πηγασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πηγασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πηγάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]πηγασμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη πηγάζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πηγασμένος
|
|