πλαγιοτροπισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλαγιοτροπισμός < πλάγιος + -τροπισμός (< τρέπομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλαγιοτροπισμός αρσενικό

  1. η οριζόντια κατεύθυνση που παίρνουν μερικά όργανα των φυτών (πχ τα φύλλα) υπό την επίδραση της βαρύτητας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]