πράττων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράττων < μετοχή ενεστώτα του πράττω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πράττων

  1. που πράττει κάτι, που κάνει κάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράττων < πράττω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πράττων αρσενικό

  1. μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πράττω
δείτε τη λέξη: πράττω