προσθαφαίρεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσθαφαίρεση οι προσθαφαιρέσεις
      γενική της προσθαφαίρεσης* των προσθαφαιρέσεων
    αιτιατική την προσθαφαίρεση τις προσθαφαιρέσεις
     κλητική προσθαφαίρεση προσθαφαιρέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, προσθαφαιρέσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσθαφαίρεση < πρόσθεσ(η) + αφαίρεση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾo.sθaˈfe.ɾe.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προ‐σθα‐φαί‐ρε‐ση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσθαφαίρεση θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Καμπανάς, Ηλίας Ιω. (1990) Μονοτονικό λεξικό της δημοτικής: ορθογραφικό, ερμηνευτικό, ετυμολογικό. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεων Καμπανά.