προϊών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προϊών < αρχαία ελληνική προϊών

Μετοχή[επεξεργασία]

προϊών, -ούσα, -όν

  1. κάτι που εξελίσσεται κλιμακωτά, βαθμιαία, σταδιακά ή προοδευτικά
    προϊόντος του χρόνου (καθώς περνά ο καιρός)
    προϊούσα σήψη
    συνέχισε να καπνίζει παρά την προϊούσα επιδείνωση του καρκίνου των πνευμόνων του

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προϊών < μετοχή του ρήματος πρόειμι (προχωρώ μπροστά)

Μετοχή[επεξεργασία]

προϊών

  1. προϊών
    προϊόντος τοῦ χρόνου