πρωτοχρονιάτικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πρωτοχρονιάτικος πρωτοχρονιάτικη πρωτοχρονιάτικο
γενική πρωτοχρονιάτικου πρωτοχρονιάτικης πρωτοχρονιάτικου
αιτιατική πρωτοχρονιάτικο πρωτοχρονιάτικη πρωτοχρονιάτικο
κλητική πρωτοχρονιάτικε πρωτοχρονιάτικη πρωτοχρονιάτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρωτοχρονιάτικοι πρωτοχρονιάτικες πρωτοχρονιάτικα
γενική πρωτοχρονιάτικων πρωτοχρονιάτικων πρωτοχρονιάτικων
αιτιατική πρωτοχρονιάτικους πρωτοχρονιάτικες πρωτοχρονιάτικα
κλητική πρωτοχρονιάτικοι πρωτοχρονιάτικες πρωτοχρονιάτικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτοχρονιάτικος < Πρωτοχρονιά + -ιάτικος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρωτοχρονιάτικος

  • που αναφέρεται στην Πρωτοχρονιά ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά της

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]