ράπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ῥάπα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράπα ράπες
γενική ράπας ραπών
αιτιατική ράπα ράπες
κλητική ράπα ράπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράπα < (γαλλικά)rave, λατινικά rapa

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράπα θηλυκό

  1. (ιδιωματικό) το καλάμι των σιτηρών
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : ράπη (το μέρος εκείνο του σταχυού (το στέλεχος) που απομένει μετά το θερισμό)
    Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις: ράπινος
  2. (ιδιωματικό) η συνουσία (ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης)
    Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις: ραπώνω
  3. (ιδιωματικό) θελκτική γυναίκα
    είναι καλή ράπα
  4. αλλιώς το γογγύλι.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]