ράπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ῥάπα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ράπα οι ράπες
      γενική της ράπας
    αιτιατική τη ράπα τις ράπες
     κλητική ράπα ράπες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράπα < Δείτε και γαλλική rave, λατινική rapa • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράπα θηλυκό

  1. (βοτανική) το φυτό ρέβα[1], το γογγύλι
  2. (ιδιωματικό) το καλάμι των σιτηρών(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
    Άλλες μορφές: ράπη (το μέρος εκείνο του σταχυού (το στέλεχος) που απομένει μετά το θερισμό)
    Συγγενικές λέξεις: ράπινος
  3. (κρητικά) η συνουσία (ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης)(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
    Συγγενικές λέξεις: ραπώνω
  4. (ιδιωματικό) θελκτική γυναίκα(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
    είναι καλή ράπα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.